παρατημένος
επίθετο1. Αυτός που έχει εγκαταλειφθεί από τον σύντροφο, την οικογένεια ή τους οικείους του.
2. Αυτός που έχει αφεθεί χωρίς φροντίδα, καθαριότητα ή συντήρηση (για αντικείμενο, κτίσμα ή χώρο).
Συνώνυμα
εγκαταλελειμμένος παραπεταμένος παραμελημένος αφημένος απεριποίητος ατημέλητος ξεχασμένος ρημαγμένος ερειπωμένος απορριμμένος ξεγραμμένος παραγκωνισμένος ασυντήρητος απόβλητος ξέμπαρκος
Αντώνυμα
περιποιημένος φροντισμένος προσεγμένος επιμελημένος συντηρημένος προστατευμένος συγυρισμένος φυλαγμένος περιζήτητος
Παραδείγματα χρήσης
- Το παλιό αρχοντικό στην άκρη του χωριού έστεκε παρατημένο εδώ και δεκαετίες.
- Μετά τον ξαφνικό χωρισμό τους ένιωθε εντελώς μόνος και παρατημένος.
- Τον τελευταίο καιρό έχει παραμελήσει τον εαυτό του και κυκλοφορεί εντελώς παρατημένος.
- Βρήκαν ένα παρατημένο όχημα μέσα στο δάσος, καλυμμένο με κλαδιά.