ξεχασμένος
επίθετο1. Που έχει διαγραφεί από τη μνήμη και δεν τον θυμάται πλέον κανείς.
2. Που έχει αφεθεί κάπου από απροσεξία ή αμέλεια.
3. Για τόπο, που βρίσκεται σε απομονωμένο, απομακρυσμένο σημείο και δεν δέχεται επισκέπτες.
Συνώνυμα
λησμονημένος εγκαταλελειμμένος παρατημένος παραμελημένος απομονωμένος απόμερος αφηρημένος αποκομμένος παραριγμένος αμνημόνευτος αραχνιασμένος σκονισμένος αφανής σβησμένος χαμένος
Αντώνυμα
αξέχαστος αλησμόνητος μνημονευόμενος επίκαιρος συγκεντρωμένος προσεκτικός φροντισμένος πολυσύχναστος περιζήτητος κεντρικός
Παραδείγματα χρήσης
- Βρήκα ένα ξεχασμένο χαρτονόμισμα στην τσέπη ενός παλιού μου παλτού.
- Το μοναστήρι ήταν χτισμένο σε ένα ξεχασμένο χωριό ψηλά στα βουνά.
- Ήταν τόσο ξεχασμένος στις σκέψεις του που δεν άκουσε το κουδούνι της πόρτας.
- Πολλές ξεχασμένες παραδόσεις της περιοχής άρχισαν να αναβιώνουν από τους νέους.