παραμελημένος

επίθετο

1. Που δεν έχει λάβει την αναγκαία φροντίδα, συντήρηση ή επίβλεψη και ως αποτέλεσμα παρουσιάζει φθορές, φθίνουσα κατάσταση ή έλλειψη λειτουργικότητας.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο κήπος του σπιτιού ήταν παραμελημένος μετά από χρόνια εγκατάλειψης.
  • Ο ηλικιωμένος γείτονας μας νιώθει παραμελημένος από τα παιδιά του.
  • Ο παλιός σταθμός φαινόταν παραμελημένος και επικίνδυνος.
  • Ο σκύλος που βρήκαμε στη γειτονιά ήταν σοβαρά παραμελημένος.
  • Ο τομέας της παιδείας παραμένει παραμελημένος από την πολιτική ηγεσία.