κατεστραμμένος
επίθετο1. Που έχει υποστεί σοβαρή φθορά ή καταστροφή και δεν διατηρεί την αρχική μορφή, λειτουργία ή δομή.
2. Που έχει υποστεί ζημιά σε τέτοιο βαθμό ώστε να καθίσταται ανέφικτη ή ασύμφορη η επισκευή ή η επαναχρησιμοποίηση.
Συνώνυμα
καταστραμμένος διαλυμένος ερειπωμένος ρημαγμένος χρεοκοπημένος χαλασμένος σπασμένος κατεδαφισμένος ισοπεδωμένος συντριμμένος τελειωμένος σακατεμένος σαπισμένος αποσυντεθειμένος ελαττωματικός συντετριμμένος αλλοιωμένος απαρηγόρητος αποκαρδιωμένος καταρρακωμένος φθαρμένος μπαταρισμένος λαβωμένος απελπισμένος παραμελημένος σκασμένος φθαρτός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το αυτοκίνητο ήταν κατεστραμμένο μετά το ατύχημα.
- Η παλιά εκκλησία έμεινε κατεστραμμένη από τον σεισμό.
- Το δάσος είναι κατεστραμμένο μετά τις πυρκαγιές.
- Μοιάζει κατεστραμμένος από την απώλεια και δεν θέλει να μιλήσει.
- Οι επιχειρήσεις βγήκαν κατεστραμμένες από την οικονομική κρίση.