ανανεωμένος
επίθετο1. Που έχει υποστεί αλλαγές ή αντικατάσταση ώστε να επανέλθει σε νεότερη ή βελτιωμένη κατάσταση.
2. Που αισθάνεται αναζωογονημένος ή ξεκούραστος μετά από ανάπαυση, περίθαλψη ή ανανέωση ενέργειας.
Συνώνυμα
αναζωογονημένος αναγεννημένος φρεσκαρισμένος ξεκούραστος ανακαινισμένος αναβαθμισμένος εκσυγχρονισμένος επικαιροποιημένος ενημερωμένος αναμορφωμένος μεταμορφωμένος ανασυγκροτημένος εμπλουτισμένος καινός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Νιώθει ανανεωμένος μετά τις διακοπές.
- Το διαμέρισμα φαινόταν ανανεωμένο μετά την ανακαίνιση.
- Η ομάδα παρουσίασε μια ανανεωμένη στρατηγική για την επόμενη σεζόν.
- Οι μαθητές επέστρεψαν ανανεωμένοι και έτοιμοι για το νέο εξάμηνο.
- Η συνδρομή σου είναι ανανεωμένη για έναν ακόμη χρόνο.