απαρχαιωμένος

επίθετο

1. Που ανήκει σε παλαιότερη εποχή, δεν συμβαδίζει με τις σύγχρονες ανάγκες, αντιλήψεις ή απαιτήσεις και θεωρείται ξεπερασμένος (για ιδέες, αντιλήψεις, θεσμούς, μεθόδους).

Συνώνυμα

ξεπερασμένος παρωχημένος αναχρονιστικός πεπαλαιωμένος παλαιικός απολιθωμένος μουσειακός οπισθοδρομικός παλιός παμπάλαιος ντεμοντέ αρχαϊκός αρτηριοσκληρωτικός μεσαιωνικός αραχνιασμένος σκουριασμένος προπολεμικός

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο τεχνολογικός εξοπλισμός της υπηρεσίας είναι πλέον απαρχαιωμένος και χρειάζεται επειγόντως αντικατάσταση.
  • Πολλοί υποστηρίζουν ότι ο συγκεκριμένος νόμος βασίζεται σε απαρχαιωμένες αντιλήψεις μιας άλλης εποχής.
  • Εφαρμόζει απαρχαιωμένες μεθόδους διδασκαλίας που δεν βοηθούν καθόλου τους μαθητές.
  • Το εκπαιδευτικό πρόγραμμα κρίθηκε απαρχαιωμένο από την επιτροπή αξιολόγησης.