σύγχρονος
επίθετο1. Που ανήκει ή σχετίζεται με την ίδια χρονική ή ιστορική περίοδο με κάτι άλλο ή με το παρόν.
2. Που χαρακτηρίζει την εποχή μας, εφαρμόζει ή ανταποκρίνεται στις σύγχρονες τεχνολογικές, κοινωνικές ή πολιτιστικές τάσεις.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο σύγχρονος άνθρωπος αντιμετωπίζει νέες τεχνολογικές προκλήσεις.
- Η σύγχρονη τέχνη προκαλεί συχνά έντονες συζητήσεις.
- Το εργαστήριο απέκτησε σύγχρονο εξοπλισμό για τα πειράματα.
- Οι δύο συγγραφείς ήταν σύγχρονοι και αντάλλασσαν ιδέες για νέα έργα.
- Στα πλαίσια ενός σύγχρονου σχολείου δίνεται έμφαση στη βιωματική μάθηση.