παλιομοδίτικος
επίθετο1. Που ανήκει ή θυμίζει προηγούμενη εποχή όσον αφορά το ντύσιμο, την εμφάνιση ή τις τάσεις αισθητικής και δεν ακολουθεί τις σύγχρονες μόδες.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το παλτό του ήταν παλιομοδίτικο, αλλά του πήγαινε.
- Οι απόψεις της για τις σχέσεις είναι λίγο παλιομοδίτικες.
- Ο καθηγητής έκανε ένα παλιομοδίτικο σχόλιο για τους ρόλους των φύλων.
- Η διακόσμηση του σαλονιού είναι παλιομοδίτικη, αλλά ζεστή και νοσταλγική.
- Ακόμα προτιμώ τα παλιομοδίτικα βιβλιοπωλεία αντί για τα μεγάλα καταστήματα.