εξαθλιωμένος

επίθετο

1. Που βρίσκεται σε κατάσταση ακραίας φτώχειας, στερούμενος των απαραίτητων υλικών πόρων και στοιχειωδών συνθηκών διαβίωσης.

2. Που παρουσιάζει έντονα σημάδια ταλαιπωρίας, υποβάθμισης ή απαξίωσης στην εμφάνιση, την υγεία ή την κοινωνική θέση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο εξαθλιωμένος άντρας ζητούσε βοήθεια στο σταθμό.
  • Η εξαθλιωμένη οικογένεια βρήκε προσωρινή στέγη στο κέντρο υποδοχής.
  • Τα εξαθλιωμένα κτίρια στη γειτονιά απαιτούν άμεση αποκατάσταση.
  • Αισθανόταν εξαθλιωμένος μετά την απώλεια της δουλειάς και αποσύρθηκε.
  • Οι εξαθλιωμένες συνθήκες εργασίας οδηγούν σε σοβαρά προβλήματα υγείας.