ξεπεσμένος

επίθετο

1. Αυτός που έχει χάσει την παλιά του κοινωνική, οικονομική ή επαγγελματική θέση, αίγλη ή ισχύ.

2. Αυτός που έχει παρακμάσει ηθικά, πνευματικά ή σωματικά.

Συνώνυμα

παρηκμασμένος έκπτωτος εκπεσών καταντημένος εξαθλιωμένος χρεοκοπημένος ρημαγμένος κατεστραμμένος αποκαθηλωμένος υποβιβασμένος εξαχρειωμένος φθαρμένος αποτυχημένος ταπεινωμένος ανυπόληπτος

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Κυκλοφορούσε στους δρόμους σαν ένας ξεπεσμένος αριστοκράτης που αρνείται να δεχτεί τη φτώχεια του.
  • Το παλιό αρχοντικό της οικογένειας έμοιαζε πια με ξεπεσμένο απομεινάρι μιας άλλης εποχής.
  • Ένιωθε ξεπεσμένη μετά το οικονομικό σκάνδαλο που κατέστρεψε την υπόληψη και την καριέρα της.
  • Πολλοί ξεπεσμένοι αστέρες του κινηματογράφου καταλήγουν να αναζητούν απεγνωσμένα μια δεύτερη ευκαιρία στη δημοσιότητα.