ταπεινωμένος
επίθετο1. Που έχει υποστεί ταπείνωση ή έχει μειωθεί στην αξιοπρέπεια και το κύρος εξαιτίας προσβολής, ήττας ή υποτίμησης.
2. Που νιώθει ή εμφανίζεται με σεμνότητα και ταπείνωση, έχοντας χαμηλή αυτοεκτίμηση ή περιορισμένη κοινωνική θέση.
Συνώνυμα
εξευτελισμένος ντροπιασμένος διασυρμένος ατιμασμένος προσβεβλημένος υποτιμημένος απαξιωμένος γελοιοποιημένος καταφρονημένος κοροϊδευμένος αποδοκιμασμένος άτιμος συντετριμμένος θιγμένος υποταγμένος συκοφαντημένος ηττημένος κατατροπωμένος ταπεινός περιθωριοποιημένος αποκλεισμένος απογοητευμένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μετά το δημόσιο σχόλιο ένιωσε ταπεινωμένος.
- Οι ηττημένοι παίκτες γύρισαν στο ξενοδοχείο ταπεινωμένοι.
- Παρά τη δόξα, παρέμεινε ταπεινωμένος και απλός στην καρδιά.
- Ήταν ταπεινωμένη από τη συμπεριφορά των συναδέλφων της.
- Ο περήφανος πολιτικός εμφανίστηκε δημόσια ταπεινωμένος μετά το σκάνδαλο.