ανεβασμένος

επίθετο

1. Που έχει μετακινηθεί ή τοποθετηθεί σε υψηλότερη θέση ή επίπεδο από ό,τι προηγουμένως.

2. Που παρουσιάζει μεγαλύτερη ποσότητα, τιμή ή ένταση σε σχέση με προηγούμενη κατάσταση.

3. Που βρίσκεται σε ζωηρή, ευφορική ή ενθουσιώδη διάθεση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο κόσμος στο πάρτι ήταν ανεβασμένος.
  • Ο πυρετός του ασθενούς είναι ανεβασμένος.
  • Ο λογαριασμός του ρεύματος ήρθε ανεβασμένος.
  • Ο πίνακας είναι ανεβασμένος στον τοίχο.
  • Μετά το ποτό ο Γιώργος ήταν ανεβασμένος και μιλούσε ασταμάτητα.