θυμωμένος
επίθετο1. Που αισθάνεται έντονη εσωτερική φόρτιση και αρνητικά συναισθήματα απέναντι σε κάποιον ή κάτι, συχνά συνοδευόμενα από δυσφορία και επιθυμία αντίδρασης.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο Γιώργος ήταν θυμωμένος μετά το επεισόδιο.
- Η Μαρία φαινόταν θυμωμένη και απομακρύνθηκε σιωπηλά.
- Τα παιδιά ήταν θυμωμένα όταν ακυρώθηκε η εκδρομή.
- Η θυμωμένη θάλασσα χτυπούσε τα βράχια όλο το απόγευμα.
- Μου έριξε ένα θυμωμένο βλέμμα πριν φύγει από το δωμάτιο.