εξοργισμένος
επίθετο1. Που διακατέχεται από βαθιά οργή, έντονο θυμό ή αγανάκτηση εξαιτίας κάποιας αδικίας, προσβολής ή δυσάρεστης κατάστασης.
2. Που εκφράζει, προδίδει ή χαρακτηρίζεται από έντονη οργή.
Συνώνυμα
οργισμένος έξαλλος εξαγριωμένος μανιασμένος μαινόμενος φουρκισμένος μπαρουτιασμένος αγανακτισμένος αγριεμένος τσαντισμένος αφηνιασμένος θυμωμένος νευριασμένος πυρωμένος τσιτωμένος χολοσκασμένος ταραγμένος ερεθισμένος
Αντώνυμα
ήρεμος γαλήνιος πράος κατευνασμένος ψύχραιμος ατάραχος χαλαρός νηφάλιος συγκρατημένος ειρηνικός ευδιάθετος ικανοποιημένος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο πελάτης ήταν τόσο εξοργισμένος με την καθυστέρηση που απαίτησε να μιλήσει αμέσως με τον διευθυντή.
- Ένα εξοργισμένο πλήθος είχε συγκεντρωθεί έξω από το κτίριο διαμαρτυρόμενο έντονα για τα νέα μέτρα.
- Τον κοίταξε με ένα εξοργισμένο βλέμμα που μαρτυρούσε ότι είχε φτάσει στα όριά του.
- Οι κάτοικοι της περιοχής είναι εξοργισμένοι από την παρατεταμένη διακοπή της υδροδότησης.