μανιασμένος
επίθετο1. Που διακατέχεται από ακραίο θυμό, έξαψη ή οργή· εκτός ελέγχου από έντονο συναίσθημα.
2. (Για φυσικά φαινόμενα ή καταστάσεις) Που εκδηλώνεται με ασυγκράτητη ένταση, ορμή ή βιαιότητα.
Συνώνυμα
λυσσασμένος μαινόμενος εξαγριωμένος έξαλλος αφηνιασμένος αγριεμένος εξοργισμένος μανιώδης παράφορος αφρισμένος σφοδρός θυελλώδης παθιασμένος αχαλίνωτος ορμητικός φανατικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο μανιασμένος άνεμος ξερίζωσε δέντρα και παρέσυρε στέγες σε όλο το χωριό.
- Όταν έμαθε την αλήθεια έγινε μανιασμένος και άρχισε να ουρλιάζει σε όλους.
- Το πλοίο πάλευε για ώρες με τα κύματα της μανιασμένης θάλασσας.
- Είναι ένας μανιασμένος καπνιστής που δεν αντέχει ούτε μία ώρα χωρίς τσιγάρο.