αχαλίνωτος
επίθετο1. Που δεν φέρει χαλινάρι (κυρίως για άλογο ή υποζύγιο).
2. Που δεν συγκρατείται, δεν ελέγχεται ή δεν υποτάσσεται σε περιορισμούς, κανόνες και ηθικούς φραγμούς· ασυγκράτητος, ξέφρενος.
Συνώνυμα
ασυγκράτητος ακράτητος αχαλιναγώγητος ανεξέλεγκτος ασύδοτος ξέφρενος αδάμαστος ακατάσχετος απείθαρχος ανυπότακτος άμετρος αδέσμευτος ασυμμάζευτος άγριος αλόγιστος
Αντώνυμα
χαλιναγωγημένος συγκρατημένος ελεγχόμενος πειθαρχημένος δαμασμένος μετρημένος ευήνιος μαζεμένος υπάκουος νηφάλιος
Παραδείγματα χρήσης
- Η αχαλίνωτη φαντασία του συγγραφέα δημιούργησε έναν συναρπαστικό κόσμο γεμάτο μυστήριο.
- Παραδόθηκε σε αχαλίνωτα πάθη και αγνόησε τις συνέπειες των πράξεών του.
- Ο αχαλίνωτος ενθουσιασμός του πλήθους προκάλεσε πανδαιμόνιο στους δρόμους της πόλης.
- Η έλλειψη ελέγχων οδήγησε σε μια περίοδο αχαλίνωτης κερδοσκοπίας στην αγορά.