ελεγχόμενος
επίθετο1. Που υπόκειται σε έλεγχο, επιτήρηση ή διαχείριση από πρόσωπο, φορέα ή μηχανισμό, ώστε να περιορίζονται οι αποκλίσεις ή οι ανεπιθύμητες ενέργειες.
Συνώνυμα
ρυθμιζόμενος παρακολουθούμενος επιτηρούμενος διαχειριζόμενος επιβλεπόμενος επιθεωρημένος επαληθευμένος επιβεβαιωμένος ρυθμισμένος περιορισμένος πειθαρχημένος συγκρατημένος μετρημένος εγκρατής σταθερός κατευθυνόμενος υπαγόμενος κατηγορούμενος σταθεροποιημένος σύννομος υπάκουος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η κατάσταση στην πυρκαγιά ήταν ελεγχόμενη χάρη στην άμεση επέμβαση των πυροσβεστών.
- Το εργαστήριο λειτουργεί σε ελεγχόμενες συνθήκες θερμοκρασίας και υγρασίας.
- Κατά την επίσκεψη, ο τεχνικός διαπίστωσε ότι ο εξοπλισμός ήταν ελεγχόμενος και ασφαλής.
- Η απελευθέρωση της ουσίας γίνεται σε ελεγχόμενο ρυθμό για να αποφευχθούν παρενέργειες.
- Οι διαδηλώσεις παρέμειναν ελεγχόμενες, χωρίς βίαια επεισόδια.