μουτρωμένος
επίθετο1. Που δείχνει ή εκδηλώνει δυσθυμία, δυσαρέσκεια ή προσβεβλημένη διάθεση, αποφεύγει τη συνομιλία και την επαφή ως ένδειξη δυσαρέσκειας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο Γιάννης έμεινε μουτρωμένος όση ώρα μιλούσαμε για τα σχέδιά του.
- Ο μικρός ήταν μουτρωμένος όταν του πήραμε το παιχνίδι.
- Ο φίλος μου καθόταν μουτρωμένος, χωρίς να απαντά στις ερωτήσεις.
- Ο πελάτης έφυγε μουτρωμένος επειδή δεν του άρεσε η εξυπηρέτηση.
- Ακόμα και ο σκύλος ήταν μουτρωμένος όταν τον άφησε μόνος στο σπίτι.