ευχαριστημένος
επίθετο1. Που νιώθει θετικό συναίσθημα επειδή ανάγκες, επιθυμίες ή προσδοκίες έχουν καλυφθεί.
2. Που θεωρεί το αποτέλεσμα μιας ενέργειας, εργασίας ή προσπάθειας επαρκές ή αποδεκτό και δεν επιδιώκει περαιτέρω αλλαγές.
Συνώνυμα
ικανοποιημένος ευτυχισμένος ευτυχής χαρούμενος πανευτυχής ευγνώμων χορτασμένος ενθουσιασμένος κατενθουσιασμένος χορτάτος ευδιάθετος καθησυχασμένος αναπαυμένος ευδαίμων χαρωπός ανακουφισμένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Είμαι ευχαριστημένος με το αποτέλεσμα της εργασίας.
- Η μητέρα ήταν ευχαριστημένη με την πρόοδο του παιδιού.
- Οι πελάτες έφυγαν ευχαριστημένοι από το εστιατόριο.
- Το προσωπικό ένιωσε ευχαριστημένο όταν αναγνωρίστηκε η προσπάθειά του.
- Δεν ήταν κανείς ευχαριστημένος με την απόφαση.