αυξημένος
επίθετο1. Που έχει γίνει μεγαλύτερος σε ποσότητα, μέγεθος, ένταση, αξία ή βαθμό συγκριτικά με προηγούμενη κατάσταση ή ένα κανονικό επίπεδο.
2. Που παρουσιάζει υψηλό δείκτη ή έντονη εκδήλωση (π.χ. για μέτρα, ανάγκες, προσοχή).
Συνώνυμα
μεγαλωμένος ανεβασμένος ενισχυμένος διευρυμένος ανεπτυγμένος διογκωμένος πολλαπλασιασμένος ψηλός υψηλός μεγάλος πλουτισμένος αυγατισμένος πληθωρικός εντατικοποιημένος τονισμένος
Αντώνυμα
μειωμένος ελαττωμένος περιορισμένος χαμηλωμένος πεσμένος συρρικνωμένος χαμηλός μικρός υποβαθμισμένος ελαχιστοποιημένος
Παραδείγματα χρήσης
- Τις τελευταίες ημέρες παρατηρείται αυξημένη κίνηση στους κεντρικούς οδικούς άξονες.
- Οι εξετάσεις αίματος έδειξαν αυξημένο σάκχαρο, γι' αυτό πρέπει να προσέχει τη διατροφή του.
- Η αστυνομία βρίσκεται σε κατάσταση αυξημένης επιφυλακής λόγω των εορτών.
- Το κόστος διαβίωσης είναι ιδιαίτερα αυξημένο φέτος σε σύγκριση με πέρυσι.