ενισχυμένος
επίθετο1. Που έχει γίνει πιο δυνατός, ανθεκτικός ή στερεός με την προσθήκη υλικών, μέσων ή δυνάμεων.
2. Που παρουσιάζει αύξηση σε ποσότητα, ένταση, όγκο ή επιρροή.
Συνώνυμα
ισχυροποιημένος δυναμωμένος ενδυναμωμένος θωρακισμένος τονωμένος επαυξημένος αυξημένος εμπλουτισμένος οπλισμένος αναβαθμισμένος υποστηριγμένος στερεωμένος στηριγμένος μεγεθυμένος πολλαπλασιασμένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το κτίριο κατασκευάστηκε με ενισχυμένο σκυρόδεμα για να αντέχει σε ισχυρούς σεισμούς.
- Η κυβέρνηση έστειλε ενισχυμένες αστυνομικές δυνάμεις στην περιοχή για την τήρηση της τάξης.
- Το νομοσχέδιο ψηφίστηκε τελικά με ενισχυμένη πλειοψηφία από το κοινοβούλιο.
- Προτιμά να αγοράζει γάλα ενισχυμένο με βιταμίνη D και ασβέστιο.