υποβαθμισμένος

επίθετο

1. Αυτός του οποίου η ποιότητα, το επίπεδο, η λειτουργικότητα ή η αξία έχει μειωθεί ή αλλοιωθεί προς το χειρότερο.

2. Αυτός που έχει τοποθετηθεί σε κατώτερη ιεραρχική θέση, βαθμίδα ή αξίωμα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

αναβαθμισμένος βελτιωμένος προαγμένος εκσυγχρονισμένος εξυψωμένος ενισχυμένος ανεπτυγμένος ανανεωμένος ακμαίος προνομιούχος

Παραδείγματα χρήσης

  • Ζει σε μια υποβαθμισμένη συνοικία των δυτικών προαστίων όπου λείπουν οι βασικές υποδομές.
  • Οι κάτοικοι διαμαρτύρονται έντονα για τις υποβαθμισμένες δημόσιες υπηρεσίες υγείας στην περιοχή τους.
  • Μετά τις τελευταίες διοικητικές ανακατατάξεις, ο ρόλος του στο τμήμα κατέληξε εντελώς υποβαθμισμένος.
  • Το φυσικό περιβάλλον της λίμνης παραμένει υποβαθμισμένο εξαιτίας της ανεξέλεγκτης ρίψης αποβλήτων.