πεσμένος
επίθετο1. Που έχει βρεθεί στο έδαφος ή σε χαμηλότερο σημείο από αυτό που βρισκόταν αρχικά, συνεπεία πτώσης ή κατάρρευσης.
2. Που βρίσκεται σε κατάσταση ψυχολογικής αδυναμίας, στενοχώριας ή έλλειψης διάθεσης και ενεργητικότητας.
Συνώνυμα
άκεφος καταβεβλημένος μειωμένος σωριασμένος ελαττωμένος γκρεμισμένος κατηφής μελαγχολικός θλιμμένος σκυθρωπός αποκαμωμένος εξαντλημένος υποτονικός χαμηλός υποχωρημένος τσακισμένος κατακείμενος νωθρός αδύναμος πτωτικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Τον είδα σήμερα στο γραφείο και μου φάνηκε πολύ πεσμένος ψυχολογικά.
- Τα πεσμένα φύλλα των δέντρων είχαν σχηματίσει ένα παχύ στρώμα στον κήπο.
- Η κίνηση στα εμπορικά καταστήματα ήταν ιδιαίτερα πεσμένη αυτόν τον μήνα.
- Μετά την πρόσφατη ίωση νιώθει ακόμα τον οργανισμό του πεσμένο.