τσακισμένος
επίθετο1. Που έχει σπάσει, ραγίσει ή υποστεί σοβαρή μηχανική βλάβη ή παραμόρφωση από χτύπημα ή πίεση.
2. Εξαιρετικά κουρασμένος, σωματικά εξαντλημένος ή καταπονημένος.
Συνώνυμα
σπασμένος διαλυμένος συντετριμμένος εξαντλημένος εξουθενωμένος ξεθεωμένος κατάκοπος καταρρακωμένος κομματιασμένος σακατεμένος στραπατσαρισμένος γονατισμένος αποκαμωμένος καταπονημένος καταβεβλημένος θρυμματισμένος ρημαγμένος λυγισμένος πληγωμένος κουρελιασμένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Γύρισε από το τροχαίο με τσακισμένο το δεξί του χέρι.
- Μετά από δώδεκα ώρες συνεχούς ορθοστασίας στη δουλειά, ένιωθε εντελώς τσακισμένος.
- Η ξαφνική απώλεια της συζύγου του τον άφησε ψυχικά τσακισμένο.
- Βρήκαν το σκάφος παρασυρμένο στα βράχια με τσακισμένο το κατάρτι.