εκστασιασμένος

επίθετο

1. Αυτός που βρίσκεται σε κατάσταση έκστασης, βαθιάς μέθης των αισθήσεων ή μαγείας από υπερβολικό θαυμασμό.

2. Αυτός που διακατέχεται από υπέρμετρο ενθουσιασμό, αγαλλίαση ή έντονη συγκινησιακή φόρτιση.

Συνώνυμα

συνεπαρμένος εκστατικός μαγεμένος καταγοητευμένος ξετρελαμένος κατενθουσιασμένος σαγηνευμένος εκθαμβωμένος θαμπωμένος γοητευμένος ενθουσιασμένος αγαλλιασμένος θεόληπτος απογειωμένος μεθυσμένος πλανεμένος παραληρηματικός απορροφημένος

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το κοινό παρακολουθούσε εκστασιασμένο τη συμφωνική ορχήστρα να ερμηνεύει το κορυφαίο έργο.
  • Έμεινε εκστασιασμένος μπροστά στο μοναδικό θέαμα του ηλιοβασιλέματος πάνω από τη θάλασσα.
  • Ήταν τόσο εκστασιασμένη με την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων, που άρχισε να χοροπηδάει από τη χαρά της.
  • Οι προσκυνητές άκουγαν εκστασιασμένοι τη μυσταγωγική ψαλμωδία μέσα στον κατάφωτο ναό.