χαρμόσυνος
επίθετο1. Που προκαλεί ή εκφράζει χαρά ή αισιοδοξία.
2. Που συνοδεύει ή αναγγέλλει ευχάριστα νέα ή ευοίωνα γεγονότα.
Συνώνυμα
ευφρόσυνος χαρούμενος ευτυχής ευτυχισμένος εύθυμος γιορτινός εορταστικός πανηγυρικός χαρωπός ανεβασμένος αναζωογονητικός ελπιδοφόρος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Οι χαρμόσυνες καμπάνες αντήχησαν στη γειτονιά.
- Έλαβε ένα χαρμόσυνο μήνυμα για τη γέννηση του εγγονού.
- Η χαρμόσυνη έκφρασή της φώτιζε όλο το δωμάτιο.
- Η είδηση έγινε δεκτή με χαρμόσυνο χειροκρότημα.
- Οι χαρμόσυνοι ύμνοι ακούγονταν στην εκκλησία.