κατήφης

επίθετο

1. Που έχει κατεβασμένο το βλέμμα και όψη σκυθρωπή, κατσουφιασμένη, από λύπη, στενοχώρια ή δυσαρέσκεια.

2. Που φανερώνει ντροπή, συστολή ή αμηχανία.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Έμεινε όλο το βράδυ κατήφης σε μια γωνιά, χωρίς να ανταλλάξει κουβέντα με κανέναν.
  • Το κατηφές του βλέμμα πρόδιδε τη βαθιά απογοήτευση που ένιωθε μετά την αποτυχία των εξετάσεων.
  • Μπήκε στην αίθουσα κατήφης και αμίλητος, σαν να είχε μόλις πληροφορηθεί κάποιο τραγικό νέο.
  • Η κατηφής όψη του χειμωνιάτικου τοπίου ταίριαζε απόλυτα με τη βαριά ψυχολογική του διάθεση.