φορτωμένος

επίθετο

1. Που φέρει φορτίο, αντικείμενα ή βάρος πάνω του, είτε κυριολεκτικά είτε μεταφορικά.

2. Που έχει επιβαρυνθεί με υποχρεώσεις, ευθύνες ή προβλήματα και εξαιτίας τους βρίσκεται υπό βάρος.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το φορτηγό ήταν φορτωμένο με κιβώτια.
  • Η Μαρία ήταν φορτωμένη με δουλειές και δεν πρόλαβε να ξεκουραστεί.
  • Ήταν φορτωμένος από τις ενοχές και απέφευγε να μιλήσει.
  • Ο λογαριασμός εμφανίστηκε φορτωμένος με επιπλέον χρεώσεις.
  • Το κινητό μου είναι φορτωμένο με εφαρμογές και τρέχει αργά.