ελαφρύς
επίθετο1. Που έχει μικρό βάρος σε σχέση με το σύνηθες ή σε σύγκριση με κάτι άλλο.
2. Που έχει μικρή ένταση, δύναμη ή σφοδρότητα (π.χ. για ήχο, άνεμο, βροχή).
3. Που έχει ανοιχτό ή λιγότερο έντονο χρώμα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η τσάντα είναι ελαφριά σήμερα.
- Το παλτό είναι ελαφρύ και άνετο.
- Προτίμησα ένα ελαφρύ γεύμα πριν κοιμηθώ.
- Έκανε ένα ελαφρύ σχόλιο για το περιστατικό.
- Στην παραλία φυσάει ένα ελαφρύ αεράκι.