ντροπιασμένος

επίθετο

1. Που αισθάνεται εσωτερική ντροπή ή ταπείνωση εξαιτίας κάποιας πράξης, συμπεριφοράς ή αποτυχίας.

2. Που έχει υποστεί δημόσια ή ιδιωτική ταπείνωση και εκτίθεται με τρόπο που μειώνει την αξιοπρέπειά του στα μάτια των άλλων.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο Γιάννης ένιωσε ντροπιασμένος όταν έκανε το λάθος μπροστά στην τάξη.
  • Μετά την ήττα και τα αρνητικά ρεπορτάζ, ο προπονητής ήταν ντροπιασμένος από την εικόνα της ομάδας.
  • Ένιωσα ντροπιασμένος για όσα είπε ο φίλος μου στη συνάντηση.
  • Ο παππούς έμεινε ντροπιασμένος από τη συμπεριφορά του εγγονού.
  • Ήταν ντροπιασμένος να παραδεχτεί το λάθος του μπροστά σε όλους.