στερημένος
επίθετο1. Που στερείται κάποιου αγαθού, πόρου, ιδιότητας ή ποιότητας που θεωρείται αναγκαίο ή επιθυμητό.
2. Που έχει υποστεί παρατεταμένη απουσία βασικών υλικών, κοινωνικών ή συναισθηματικών στοιχείων, με συνέπεια σωματική ή ψυχική επιβάρυνση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο στερημένος από ύπνο οδηγός έπαθε ατύχημα.
- Η στερημένη οικογένεια ζητούσε βοήθεια για τρόφιμα και ρούχα.
- Τα παιδιά ήταν στερημένα ευκαιριών για εκπαίδευση.
- Ο κρατούμενος παρέμεινε στερημένος από τα πολιτικά του δικαιώματα.
- Η παιδική της ηλικία ήταν στερημένη από στοργή και προσοχή.