αποστερημένος
επίθετο1. Αυτός από τον οποίο έχουν αφαιρεθεί ή στον οποίο λείπουν βασικά υλικά, πνευματικά ή συναισθηματικά αγαθά.
2. Αυτός που έχει χάσει νόμιμα δικαιώματα, προνόμια ή εξουσία με απόφαση αρχής.
Συνώνυμα
στερημένος απογυμνωμένος ενδεής άπορος άκληρος ξεγυμνωμένος αναγκεμένος εξαθλιωμένος φτωχός αδικημένος πεινασμένος ακτήμονας κατατρεγμένος ανέστιος μειονεκτικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Τα παιδιά στις πιο αποστερημένες γειτονιές της μεγαλούπολης στερούνται βασικές υποδομές εκπαίδευσης και ψυχαγωγίας.
- Μετά την καταδικαστική απόφαση έμεινε αποστερημένος από τα πολιτικά του δικαιώματα.
- Μεγαλώνοντας σε ένα ψυχρό περιβάλλον, ένιωθε συναισθηματικά αποστερημένος και απομονωμένος.
- Ο πόλεμος άφησε τον πληθυσμό εντελώς αποστερημένο από τρόφιμα, φάρμακα και καθαρό νερό.