προσεγμένος

επίθετο

1. Που έχει γίνει, κατασκευαστεί ή συνταχθεί με ιδιαίτερη φροντίδα, επιμέλεια και προσοχή στη λεπτομέρεια.

2. Που χαρακτηρίζεται από καλαίσθητη, καθαρή και περιποιημένη εμφάνιση ή συμπεριφορά.

Συνώνυμα

επιμελημένος περιποιημένος φροντισμένος καλοφτιαγμένος καλοδουλεμένος λεπτοδουλεμένος καλαίσθητος μελετημένος κομψός ευπρεπής σχολαστικός φιλοτεχνημένος άρτιος άψογος μετρημένος ραφιναρισμένος εκλεκτός

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Εμφανίστηκε στη δεξίωση φορώντας ένα ιδιαίτερα προσεγμένο κοστούμι.
  • Το βιβλίο διακρίνεται για την προσεγμένη του έκδοση και την εξαιρετική εικονογράφηση.
  • Μιλούσε αργά, χρησιμοποιώντας πολύ προσεγμένες εκφράσεις για να μην παρεξηγηθεί από το ακροατήριο.
  • Το φαγητό στο εστιατόριο ήταν νόστιμο και η παρουσίαση των πιάτων εξαιρετικά προσεγμένη.