μελετημένος
επίθετο1. Που έχει εξεταστεί, σχεδιαστεί ή οργανωθεί με μεγάλη προσοχή και συστηματικότητα.
2. Που έχει διαβάσει καλά και έχει εμπεδώσει ένα γνωστικό αντικείμενο· κατηρτισμένος.
3. Που γίνεται σκόπιμα και βάσει υπολογισμού.
Συνώνυμα
προμελετημένος προσεγμένος διαβασμένος υπολογισμένος σχεδιασμένος επεξεργασμένος μεθοδικός προετοιμασμένος καταρτισμένος εσκεμμένος σταθμισμένος ζυγισμένος συγκροτημένος σκόπιμος επιτηδευμένος ώριμος
Αντώνυμα
αμελέτητος πρόχειρος ασχεδίαστος απροσχεδίαστος επιπόλαιος αδιάβαστος αυθόρμητος απροετοίμαστος ασυλλόγιστος απρόσεκτος ανοργάνωτος
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε της κίνηση στη σκακιέρα ήταν απόλυτα μελετημένη.
- Ο υποψήφιος εμφανίστηκε καλά μελετημένος και απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις της επιτροπής.
- Η αντίδρασή του δεν ήταν τυχαία, αλλά μια μελετημένη προσπάθεια να αποπροσανατολίσει τη συζήτηση.
- Το σχέδιο διαφυγής αποδείχθηκε εξαιρετικά μελετημένο, καθώς δεν άφησαν πίσω τους κανένα ίχνος.