εσκεμμένος

επίθετο

Αυτός που γίνεται με πρόθεση, μετά από προηγούμενη σκέψη και σχεδιασμό· προμελετημένος, ηθελημένος.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

ακούσιος αθέλητος απροσχεδίαστος απρομελέτητος τυχαίος ασυνείδητος αυθόρμητος συμπτωματικός ανεπίγνωστος

Παραδείγματα χρήσης

  • Ήταν ξεκάθαρο ότι το λάθος του δεν ήταν τυχαίο, αλλά μια εσκεμμένη ενέργεια για να καθυστερήσει τη διαδικασία.
  • Η διοίκηση έκανε λόγο για εσκεμμένη παραπληροφόρηση της κοινής γνώμης.
  • Οι αποφάσεις του διαιτητή φαίνονταν εσκεμμένες και προκάλεσαν την οργή των φιλάθλων.
  • Υποστήριξε στο δικαστήριο ότι η πράξη του δεν ήταν εσκεμμένη αλλά συνέβη υπό το κράτος πανικού.