υπολογισμένος

επίθετο

1. Που έχει προσδιοριστεί με βάση μαθηματικούς υπολογισμούς, μετρήσεις ή εκτιμήσεις.

2. Που έχει σχεδιαστεί, σταθμιστεί και οργανωθεί προσεκτικά εκ των προτέρων, ώστε να επιτευχθεί συγκεκριμένο αποτέλεσμα.

Συνώνυμα

προμελετημένος μελετημένος προσχεδιασμένος σχεδιασμένος σταθμισμένος ζυγισμένος μετρημένος μεθοδευμένος εσκεμμένος προσδιορισμένος καταμετρημένος προγραμματισμένος στοχευμένος υστερόβουλος προβλεπόμενος

Αντώνυμα

απρομελέτητος ασχεδίαστος αμελέτητος αυθόρμητος παρορμητικός τυχαίος αστάθμητος απρόβλεπτος αστόχαστος ανυπολόγιστος

Παραδείγματα χρήσης

  • Κάθε κίνηση της επιχείρησης ήταν αυστηρά υπολογισμένη για να ελαχιστοποιηθεί το οικονομικό ρίσκο.
  • Το κόστος της ανακαίνισης είναι επακριβώς υπολογισμένο στον προϋπολογισμό.
  • Το χαμόγελό του δεν ήταν ειλικρινές, αλλά μια υπολογισμένη αντίδραση για να κερδίσει τις εντυπώσεις.
  • Η απόφασή τους να επενδύσουν στη νέα τεχνολογία αποτελούσε ένα καλά υπολογισμένο ρίσκο.