στοχευμένος
επίθετο1. Που κατευθύνεται ή προσανατολίζεται προς έναν συγκεκριμένο στόχο, σκοπό ή ομάδα αποδεκτών.
2. Που σχεδιάζεται μεθοδικά και με ακρίβεια για την επίτευξη ενός επιδιωκόμενου αποτελέσματος, χωρίς τυχαιότητα.
Συνώνυμα
εστιασμένος επικεντρωμένος προσανατολισμένος κατευθυνόμενος εξειδικευμένος επιλεκτικός ειδικός συγκεκριμένος σκόπιμος σχεδιασμένος μεθοδευμένος προμελετημένος ακριβής προκαθορισμένος εύστοχος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η κυβέρνηση ανακοίνωσε στοχευμένα οικονομικά μέτρα για την ανακούφιση των ευάλωτων νοικοκυριών.
- Χρειαζόμαστε μια πιο στοχευμένη διαφημιστική καμπάνια για να προσεγγίσουμε το νεανικό κοινό.
- Η νέα θεραπεία είναι απόλυτα στοχευμένη και καταστρέφει μόνο τα παθογόνα κύτταρα χωρίς να βλάπτει τα υγιή.
- Οι αρχές πραγματοποίησαν στοχευμένους ελέγχους στα νυχτερινά καταστήματα της περιοχής.