εύστοχος
επίθετο1. Αυτός που πετυχαίνει τον στόχο του με ακρίβεια (για βολή, χτύπημα ή σκοπευτή).
2. Αυτός που διατυπώνεται με απόλυτη ακρίβεια, εκφράζει την ουσία του πράγματος και ταιριάζει απόλυτα στην περίσταση (για παρατήρηση, σχόλιο, κρίση ή επιλογή).
Συνώνυμα
καίριος επιτυχημένος πετυχημένος προσφυής ακριβής κατάλληλος στοχευμένος σωστός ορθός αρμόζων ταιριαστός οξυδερκής ευφυής πρόσφορος επίκαιρος εύστροφος εύβολος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο επιθετικός ήταν εξαιρετικά εύστοχος και σημείωσε τρία γκολ στον αγώνα.
- Έκανε μια πολύ εύστοχη παρατήρηση που ανέδειξε την ουσία του προβλήματος.
- Η κριτική της επιτροπής ήταν εύστοχη και βοήθησε τους δημιουργούς να βελτιωθούν.
- Χάρη στις εύστοχες ενέργειες της ομάδας, η συμφωνία ολοκληρώθηκε επιτυχώς.