πετυχημένος

επίθετο

1. Που έχει γνωρίσει επιτυχία, επαγγελματική ή κοινωνική άνοδο και καταξίωση.

2. Που έχει στεφθεί με επιτυχία, που έγινε με σωστό τρόπο και είχε το επιθυμητό αποτέλεσμα.

3. Που διακρίνεται για την ευστοχία ή την καταλληλότητά του.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Είναι ένας εξαιρετικά πετυχημένος επιχειρηματίας με έντονη διεθνή δραστηριότητα.
  • Το αστείο που είπε ήταν τόσο πετυχημένο που όλοι ξέσπασαν σε γέλια.
  • Η διοργάνωση της φετινής έκθεσης κρίθηκε απόλυτα πετυχημένη.
  • Έκανε μια πολύ πετυχημένη επιλογή συνεργατών για το νέο του εγχείρημα.