αναγνωρισμένος
επίθετο1. Που έχει λάβει επίσημη, θεσμική ή νομική αναγνώριση από αρμόδιους φορείς.
2. Που απολαμβάνει ευρεία αποδοχή ή αναγνώριση για την αξία, το έργο ή την ποιότητά του στο κοινό ή σε εξειδικευμένο χώρο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
άγνωστος ανεπίσημος άσημος ανώνυμος απαξιωμένος αμφισβητούμενος αμφιλεγόμενος αγνώριστος παραγνωρισμένος ανεπιβεβαίωτος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο αναγνωρισμένος καθηγητής μίλησε για τις νεότερες έρευνες.
- Ο τίτλος σπουδών είναι αναγνωρισμένος σε πολλές χώρες.
- Ο καλλιτέχνης είναι αναγνωρισμένος στο εξωτερικό.
- Ο πρόσφυγας έγινε αναγνωρισμένος από τις αρμόδιες υπηρεσίες.
- Ο αναγνωρισμένος οργανισμός εκδίδει επίσημα πιστοποιητικά.