επικυρωμένος

επίθετο

1. Που έχει λάβει επίσημη επικύρωση από αρμόδια αρχή ή πρόσωπο, οπότε το έγγραφο ή η πράξη θεωρείται νομικά έγκυρο.

2. Που έχει επιβεβαιωθεί ως γνήσιο ή ακριβές μετά από έλεγχο ή πιστοποίηση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο φάκελος των δικαιολογητικών είναι επικυρωμένος από το προξενείο.
  • Ο λογαριασμός του χρήστη είναι επικυρωμένος μετά την ταυτοποίηση.
  • Ο τίτλος σπουδών που υπέβαλε ο υποψήφιος είναι επικυρωμένος από το πανεπιστήμιο.
  • Ο πελάτης στον λογαριασμό εμφανίζεται επικυρωμένος.
  • Ο νόμος ψηφίστηκε και τώρα είναι επικυρωμένος από τον πρόεδρο.