επισημοποιημένος

επίθετο

1. Που έχει λάβει επίσημο κύρος, μορφή ή ισχύ μέσω τυπικής διαδικασίας, ανακοίνωσης ή επικύρωσης.

2. Που έχει αναγνωριστεί, νομιμοποιηθεί ή θεσμοθετηθεί επισήμως (για σχέση, συμφωνία ή κατάσταση).

Συνώνυμα

επικυρωμένος κυρωμένος νομιμοποιημένος θεσμοθετημένος εγκεκριμένος κατοχυρωμένος επισφραγισμένος πιστοποιημένος θεσπισμένος καθιερωμένος αναγνωρισμένος διακηρυγμένος βεβαιωμένος τυπικός

Αντώνυμα

ανεπικύρωτος ανομιμοποίητος άτυπος ανεπίσημος ακατοχύρωτος αθέσπιστος αδήλωτος παράτυπος ανεπιβεβαίωτος

Παραδείγματα χρήσης

  • Η συμφωνία ανάμεσα στις δύο πλευρές είναι πλέον επισημοποιημένη μετά την υπογραφή των συμβολαίων.
  • Μετά από πολλά χρόνια κοινής ζωής, αποφάσισαν να προχωρήσουν σε μια επισημοποιημένη σχέση.
  • Το νέο ωράριο λειτουργίας αποτελεί πλέον επισημοποιημένη απόφαση της διοίκησης.
  • Παρά τις έντονες φήμες, το διαζύγιο του ζευγαριού δεν είναι ακόμα νομικά επισημοποιημένο.