ανεπιτυχής
επίθετο1. Που δεν είχε επιτυχία, που κατέληξε σε αποτυχία ή δεν κατόρθωσε να επιτύχει τον επιδιωκόμενο σκοπό.
2. Που δεν κρίνεται ικανοποιητικός, εύστοχος ή καλαίσθητος ως προς το αποτέλεσμά του.
Συνώνυμα
αποτυχημένος άστοχος ατελέσφορος ατυχής άκαρπος άγονος απρόσφορος ανώφελος μάταιος ανεπαρκής άπρακτος ναυαγισμένος στραβός άκυρος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ανεπιτυχής προσπάθεια της ομάδας να ανατρέψει το σκορ οδήγησε στον αποκλεισμό της από τη διοργάνωση.
- Μετά από τρεις ανεπιτυχείς δοκιμές, οι ερευνητές αποφάσισαν να αλλάξουν εντελώς τη μεθοδολογία τους.
- Το νέο θεατρικό έργο θεωρήθηκε καλλιτεχνικά ανεπιτυχές από τους περισσότερους κριτικούς.
- Ο γιατρός εξήγησε στην οικογένεια τους λόγους για τους οποίους η χειρουργική επέμβαση υπήρξε ανεπιτυχής.