ηθελημένος
επίθετο1. Που γίνεται συνειδητά, με σαφή πρόθεση και επίγνωση, και όχι τυχαία ή από αμέλεια.
2. Που χαρακτηρίζεται από έλλειψη φυσικότητας ή αυθορμητισμού· επιτηδευμένος ή προσποιητός.
Συνώνυμα
εσκεμμένος σκόπιμος εκούσιος προμελετημένος προσχεδιασμένος συνειδητός μελετημένος υπολογισμένος επιτηδευμένος προσποιητός σχεδιασμένος προαποφασισμένος στημένος τεχνητός πλαστός
Αντώνυμα
αθέλητος ακούσιος τυχαίος ασυνείδητος απρομελέτητος απροσχεδιασμένος αυθόρμητος ανεπιτήδευτος πηγαίος φυσικός συμπτωματικός απρόβλεπτος
Παραδείγματα χρήσης
- Η καθυστέρησή του στη συνεδρίαση δεν οφειλόταν στην κίνηση, αλλά ήταν μια ηθελημένη κίνηση τακτικής.
- Το λάθος του διαιτητή θεωρήθηκε από τους φιλάθλους ηθελημένο και ξεσήκωσε έντονες διαμαρτυρίες.
- Το χαμόγελό της έμοιαζε ηθελημένο και παγωμένο, καθώς προσπαθούσε να κρύψει τη δυσαρέσκειά της.
- Οι ανακριτές ερευνούν αν η διαρροή των εγγράφων ήταν τυχαίο συμβάν ή ηθελημένη ενέργεια δολιοφθοράς.