φυσικός
επίθετο1. Που ανήκει ή αναφέρεται στη φύση και στα φυσικά φαινόμενα.
2. Που υπάρχει ή προκύπτει από τη φύση χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση.
3. Που σχετίζεται με τους νόμους της ύλης και της ενέργειας ή με τη φυσική ως επιστήμη.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η φυσική είναι μια θεμελιώδης επιστήμη.
- Ο φυσικός μίλησε για τις μαύρες τρύπες.
- Το φυσικό φως από το παράθυρο βοηθά στο διάβασμα.
- Προτιμώ τη φυσική γεύση των φρούτων χωρίς πρόσθετη ζάχαρη.
- Οι φυσικοί πόροι του νησιού είναι περιορισμένοι.