πνευματικός
επίθετο1. Που σχετίζεται με το πνεύμα ή την ψυχή, αντί του σώματος ή του υλικού κόσμου.
2. Που σχετίζεται με τη θρησκευτική πίστη, τις πρακτικές λατρείας ή την εσωτερική άσκηση και ζωή.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
υλικός φυσικός υλιστικός σωματικός κοσμικός επίγειος εγκόσμιος αμόρφωτος αγράμματος βέβηλος ηλεκτρικός γήινος εγχώριος επιφανειακός
Παραδείγματα χρήσης
- Ο πνευματικός της την συμβούλεψε μετά την εξομολόγηση.
- Η πνευματική καλλιέργεια είναι σημαντική για όποιον επιδιώκει βαθύτερη γνώση.
- Τα πνευματικά δικαιώματα προστατεύουν το έργο των δημιουργών.
- Υπήρξε πνευματικός ηγέτης μιας νέας γενιάς στοχαστών.
- Η πνευματική ζωή του μοναχού είναι αφιερωμένη στην προσευχή.