μεταφυσικός
επίθετο1. Που αφορά ή ανήκει στη μεταφυσική, τον κλάδο της φιλοσοφίας που ερευνά τη θεμελιώδη φύση της πραγματικότητας και του είναι πέρα από τα φυσικά φαινόμενα.
Συνώνυμα
υπερβατικός υπεραισθητός υπερφυσικός οντολογικός εξωκοσμικός απόκοσμος μυστικιστικός άυλος πνευματικός εξωπραγματικός αφηρημένος ανορθολογικός ουράνιος θεολογικός
Αντώνυμα
φυσικός υλικός εμπειρικός αισθητός ενδοκοσμικός πραγματικός χειροπιαστός γήινος ορθολογικός θετικιστικός επιστημονικός
Παραδείγματα χρήσης
- Η αναζήτηση της αρχής του σύμπαντος αποτελεί κατεξοχήν μεταφυσικό ερώτημα.
- Πολλοί στρέφονται σε μεταφυσικές θεωρίες όταν έρχονται αντιμέτωποι με ανεξήγητα φαινόμενα.
- Ο στοχαστής απέρριπτε τις μεταφυσικές αφαιρέσεις και επικεντρωνόταν σε απτά δεδομένα.
- Καθώς περπατούσε μες στην ερημιά, τον κυρίευσε μια σχεδόν μεταφυσική αγαλλίαση.