αγράμματος
επίθετο1. Αυτός που δεν γνωρίζει γραφή και ανάγνωση, ο αναλφάβητος.
2. Αυτός που στερείται γενικής μόρφωσης, σχολικής εκπαίδευσης ή πνευματικής καλλιέργειας.
3. (μειωτικά) Αυτός που διακρίνεται από έλλειψη τρόπων, κοινωνικής αγωγής ή πολιτισμού, ο άξεστος.
Συνώνυμα
αναλφάβητος αστοιχείωτος αμόρφωτος απαίδευτος αμαθής αδίδακτος ακαλλιέργητος ασπούδαστος ανεκπαίδευτος ακατάρτιστος αδαής ανίδεος άσχετος άξεστος απολίτιστος
Αντώνυμα
εγγράμματος γραμματιζούμενος μορφωμένος σπουδαγμένος πεπαιδευμένος καλλιεργημένος διαβασμένος καταρτισμένος πολυμαθής λόγιος διανοούμενος πολιτισμένος
Παραδείγματα χρήσης
- Αν και ήταν αγράμματος, κατάφερε με την εξυπνάδα και την εργατικότητά του να φτιάξει μια μεγάλη επιχείρηση.
- Παλαιότερα, πολλοί άνθρωποι στην ύπαιθρο έμεναν αγράμματοι, καθώς αναγκάζονταν να δουλέψουν στα χωράφια από μικρά παιδιά.
- Η γιαγιά μου ήταν αγράμματη και μου ζητούσε πάντα να της διαβάζω τα γράμματα που έρχονταν από τους συγγενείς του εξωτερικού.
- Παρά τη μεγάλη περιουσία του, φέρθηκε σαν αγράμματος και πρόσβαλε τους καλεσμένους με τη συμπεριφορά του.