άξεστος
επίθετοΠου παρουσιάζει έλλειψη ευγένειας ή κοσμιότητας, εκδηλώνεται με τραχύτητα, αδιακρισία ή ακαλλιέργεια στη συμπεριφορά ή στην έκφραση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο άξεστος άντρας διέκοψε την ομιλία και έφυγε χωρίς να ζητήσει συγγνώμη.
- Ο άξεστος γείτονας φωνάζει κάθε βράδυ και ενοχλεί όλους.
- Ο τρόπος που του απάντησε ήταν άξεστος και προκάλεσε ένταση.
- Ο τόνος της φωνής του ήταν άξεστος όταν σχολίασε το έργο.
- Ο χαρακτήρας της κατασκευής ήταν άξεστος, χωρίς λεπτομερή φινίρισμα.