καλλιεργημένος
επίθετο1. Που διαθέτει πνευματική και κοινωνική μόρφωση, ευρεία παιδεία και εκλεπτυσμένη συμπεριφορά.
2. (Για γη ή φυτά) Που έχει υποστεί γεωργική επεξεργασία, φροντίδα ή εκμετάλλευση.
Συνώνυμα
πεπαιδευμένος μορφωμένος σπουδαγμένος διαβασμένος πολιτισμένος εκλεπτυσμένος ραφιναρισμένος ευρυμαθής πολυμαθής εξευγενισμένος οργωμένος δουλεμένος σπαρμένος ήμερος φωτισμένος ευγενής φυτεμένος
Αντώνυμα
ακαλλιέργητος αμόρφωτος απαίδευτος χέρσος αγράμματος άξεστος αγροίκος απολίτιστος χερσωμένος αδούλευτος άγριος πρωτόγονος βάρβαρος
Παραδείγματα χρήσης
- Είναι ένας ιδιαίτερα καλλιεργημένος άνθρωπος, με βαθιά γνώση της λογοτεχνίας και της τέχνης.
- Στην πεδιάδα απλώνονταν αμέτρητα καλλιεργημένα χωράφια με σιτάρι και ελιές.
- Η ευγένεια και η καλλιεργημένη συμπεριφορά της κέρδισαν αμέσως τις εντυπώσεις.
- Τα καλλιεργημένα μαργαριτάρια αποτελούν μια πιο προσιτή εναλλακτική λύση στα φυσικά.